«Ηρέμησε.»
«Σταμάτα να κλαις.»
«Μην κάνεις έτσι για τόσο μικρό πράγμα.»
Οι περισσότεροι γονείς έχουν πει κάποια στιγμή αυτές τις φράσεις. Όχι επειδή δεν αγαπούν το παιδί τους ή επειδή αδιαφορούν για τα συναισθήματά του, αλλά επειδή εκείνη τη στιγμή προσπαθούν να διαχειριστούν μια δύσκολη κατάσταση.
Όταν όμως ένα παιδί βρίσκεται σε έντονη συναισθηματική φόρτιση, δεν επιλέγει συνειδητά να αντιδρά έτσι. Το νευρικό του σύστημα δυσκολεύεται να επανέλθει σε κατάσταση ηρεμίας. Και αυτό είναι απολύτως αναμενόμενο.
Η σύγχρονη αναπτυξιακή ψυχολογία δείχνει ότι η αυτορρύθμιση –η ικανότητα δηλαδή να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα, τις παρορμήσεις και το στρες– δεν εμφανίζεται αυτόματα με την ηλικία. Αναπτύσσεται σταδιακά μέσα από χιλιάδες καθημερινές εμπειρίες κατά τις οποίες ένας ενήλικας βοηθά το παιδί να ηρεμήσει, να οργανώσει τα συναισθήματά του και να νιώσει ξανά ασφαλές. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται συν-ρύθμιση (co-regulation).
Τι είναι η συν-ρύθμιση;
Η συν-ρύθμιση δεν είναι μια τεχνική ούτε μια «σωστή απάντηση» σε κάθε δύσκολη συμπεριφορά. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας διαθέσιμος ενήλικας δανείζει, προσωρινά, τη δική του ικανότητα αυτορρύθμισης στο παιδί.
Σκεφτείτε ένα παιδί τεσσάρων ετών που χάνει σε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι. Θυμώνει, πετάει τα πιόνια και φωνάζει.
Εκείνη τη στιγμή δεν χρειάζεται μόνο να μάθει ότι δεν πετάμε τα παιχνίδια. Χρειάζεται πρώτα να μπορέσει να βγει από τη συναισθηματική ένταση που βιώνει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τη συμπεριφορά ή ότι δεν βάζουμε όρια. Σημαίνει ότι πριν ζητήσουμε από το παιδί να ελέγξει τον εαυτό του, το βοηθάμε να αισθανθεί ξανά ασφαλές ώστε να μπορεί να σκεφτεί.
Ένας ήρεμος τόνος φωνής, η φυσική παρουσία, η αναγνώριση του συναισθήματος («Σε στενοχώρησε που έχασες») και η σταθερότητα του ενήλικα λειτουργούν ως ένα εξωτερικό σύστημα ρύθμισης μέχρι το παιδί να μπορέσει σταδιακά να το αναπτύξει μόνο του.
Τι μας λέει η επιστήμη;
Ο εγκέφαλος των μικρών παιδιών βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία ωρίμανσης. Οι περιοχές που σχετίζονται με τον έλεγχο των παρορμήσεων, τη λήψη αποφάσεων και τη συναισθηματική ρύθμιση συνεχίζουν να αναπτύσσονται για πολλά χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε από ένα παιδί προσχολικής ηλικίας να διαχειρίζεται τον θυμό ή την απογοήτευσή του όπως ένας ενήλικας.
Η ερευνήτρια Ruth Feldman περιγράφει τη σχέση γονέα–παιδιού ως μια διαδικασία βιοσυμπεριφορικού συγχρονισμού (biobehavioral synchrony). Μέσα από το βλέμμα, τον τόνο της φωνής, τις εκφράσεις του προσώπου και τη σταθερή ανταπόκριση, ο εγκέφαλος του παιδιού μαθαίνει σταδιακά να οργανώνει τις συναισθηματικές και σωματικές του αντιδράσεις.
Με απλά λόγια, πριν το παιδί μάθει να ηρεμεί μόνο του, χρειάζεται πολλές εμπειρίες κατά τις οποίες κάποιος το έχει βοηθήσει να ηρεμήσει.
Δεν χρειάζεται να είμαστε τέλειοι
Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα της αναπτυξιακής έρευνας είναι ότι τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειους γονείς.
Ο Ed Tronick, μέσα από το γνωστό πείραμα Still Face, έδειξε ότι οι στιγμές ασυμφωνίας και αποσύνδεσης συμβαίνουν σε όλες τις σχέσεις. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι να μην υπάρξουν ποτέ, αλλά να ακολουθεί η επανόρθωση.
Όταν ένας γονέας επιστρέφει μετά από μια ένταση και λέει: «Νομίζω ότι πριν μίλησα πολύ απότομα. Ας προσπαθήσουμε ξανά.», δίνει στο παιδί ένα πολύτιμο μήνυμα: οι σχέσεις αντέχουν τις δυσκολίες και μπορούν να αποκατασταθούν.
Η επανόρθωση δεν διορθώνει μόνο τη στιγμή, αλλά χτίζει εμπιστοσύνη.
Συν-ρύθμιση δεν σημαίνει απουσία ορίων
Μία από τις πιο συχνές παρανοήσεις είναι ότι η συν-ρύθμιση σημαίνει πως αφήνουμε το παιδί να κάνει ό,τι θέλει.
Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το αντίθετο.
Τα όρια είναι απαραίτητα γιατί προσφέρουν προβλεψιμότητα και ασφάλεια. Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο που τα θέτουμε.
Το μήνυμα δεν είναι «Κάνε ό,τι θέλεις επειδή είσαι θυμωμένος», αλλά «Καταλαβαίνω ότι είσαι θυμωμένος και είμαι εδώ για να σε βοηθήσω. Ταυτόχρονα, δεν μπορώ να σε αφήσω να χτυπήσεις ή να πετάξεις αντικείμενα.»
Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί μαθαίνει ότι όλα τα συναισθήματα είναι αποδεκτά, αλλά δεν είναι αποδέκτες όλες οι συμπεριφορές.