Πότε αρχίζει η νηπιακή ηλικία;

H νηπιακή ηλικία εκτείνεται από το 3ο ως το 6ο έτος. Αρχίζει με το τέλος της βρεφικής ηλικίας όταν το παιδί παύει να είναι εντελώς εξαρτημένο και ανήμπορο, αλλά επιδιώκει και κατακτά μια αυξανόμενη αυτονομία και αυτάρκεια και τελειώνει με την είσοδο του παιδιού στο σχολείο, όταν πλέον είναι έτοιμο να επιδοθεί στη συστηματική εργασία και μάθηση. Ανάμεσα στα δύο αυτά χρονικά ορόσημα πραγματοποιείται μια πλούσια εξέλιξη με αποτέλεσμα το νήπιο να είναι εντελώς διαφορετικό από το βρέφος.

Τι αλλαγές παρατηρούμε στο σωματικό τομέα;

Στο σωματικό τομέα η ανάπτυξη δεν έχει το γοργό ρυθμό ούτε τις δραματικές αλλαγές της βρεφικής ηλικίας. Η πρόοδος γίνεται με επιβραδυνόμενο ρυθμό, αλλά είναι πιο ποικίλη και επηρεάζεται περισσότερο από την άσκηση και την εμπειρία και λιγότερο από τη διαδικασία της ωρίμανσης όπως μέχρι τα δύο έτη. Οι αναλογίες του σώματος μεταβάλλονται δραστικά και οι ατομικές διαφορές γίνονται ολοένα και μεγαλύτερες. Στο 6ο έτος το παιδί έχει αποκτήσει το 1/3 του τελικού του βάρους και τα 3/5 του τελικού του ύψους. Οι διαστάσεις του σώματος στο τέλος της νηπιακής ηλικίας έχουν υψηλή συνάφεια με την τελική σωματική διάπλαση στην ώριμη ηλικία. Μπορούμε από την ηλικία αυτή να προβλέψουμε κατά πόσο το άτομο ως ενήλικος θα είναι υψηλό και παχουλό ή κοντό και αδύνατο ενώ συγχρόνως εμφανή είναι και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά χαρακτηριστικά κάθε τύπου. Στο 6Ο έτος το παιδί αποκτά την τελική του ατομική φυσιογνωμία.

Ποιες μεταβολές επέρχονται στον κινητικό τομέα;

Στον κινητικό τομέα το νήπιο έχει ήδη ασκήσει έλεγχο στο σώμα του και αρχίζει να ασκεί έλεγχο στο περιβάλλον. Η νηπιακή ηλικία είναι περίοδος της έντονης κινητικότητας. Έτσι βλέπουμε ένα αεικίνητο πλάσμα να επιδίδεται σε ακροβασίες σαν να αποτελούν προσωπική πρόκληση η επιτυχία τους. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που αποκαλείται η νηπιακή ηλικία, ηλικία του ακροβάτη.

Στο τέλος του 2ου έτους εδραιώνεται η σαφής προτίμηση του ενός μισού του σώματος κατά την εκτέλεση των διαφόρων κινητικών ενεργειών, η πλευρίωση όπως λέγεται. Εδώ είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι υπάρχουν δυο αντικρουόμενες απόψεις. Η νευροφυσιολογική άποψη δέχεται ότι η προτίμηση του ενός ή του άλλου μισού του σώματος είναι καταγεγραμμένη στη δομή των νευρικών κυττάρων. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία κάθε εξωτερική παρέμβαση όχι μόνο είναι άσκοπη, αλλά μπορεί να προκαλέσει και διάφορα ψυχοκινητικά προβλήματα όπως τραυλισμό. Η άλλη άποψη δέχεται ότι η πλευρίωση είναι κοινωνιογενής και ότι αφού το άτομο προορίζεται να ζήσει σε μία δεξιόχειρη κοινωνία, δεν θα πρέπει η διαμόρφωση της να αφεθεί στην τύχη. Αυτό που μας ενδιαφέρει να ξέρουμε είναι ότι το άτομο πρέπει να καθοδηγηθεί να χρησιμοποιεί το χέρι που χρησιμοποιεί η πλειονότητα. Η καθοδήγηση όμως αυτή πρέπει να αρχίζει νωρίς και να γίνεται με μεγάλη διακριτικότητα και ευαισθησία. Κάθε παρέμβαση πρέπει να σταματά, αν διαπιστώσουμε ότι προκαλεί ψυχική ένταση και συναντά την αντίδραση του παιδιού.

Τα ατυχήματα των νηπίων και η χρησιμότητα τους

Μία σοβαρή απειλή για τη σωματική υγεία και ακεραιότητα του παιδιού, είναι τα ατυχήματα γιατί το νήπιο δείχνει εμμονή για περισσότερη αυτονομία την οποία όμως δεν μπορεί να χειριστεί ακόμη με αποτελεσματικότητα. Τα ατυχήματα είναι πιο συχνά στα αγόρια. Κύριος τρόπος βοήθειας του παιδιού να αποφεύγει τα ατυχήματα είναι ο συνδυασμός ενθάρρυνσης για αυτονομία και συγχρόνως ο καθορισμός ορίων μέσα στα οποία θα ασκεί την αυτονομία του αυτή. Έτσι το παιδί θα αποκτήσει την ικανότητα για αυτοπροστασία. Απειλή για τη σωματική υγεία και ακεραιότητα του παιδιού είναι και η κακοποίηση εκ μέρους των γονέων ή των κηδεμόνων του εν γένει γεγονός που πρέπει να μας βρει ευαισθητοποιημένους αν αντιληφθούμε σχετικό συμβάν όπου και αν συμβαίνει έστω και αν δε μας αφορά άμεσα. Κακοποιήσεις παιδιών απαντώνται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, συχνότερες όμως είναι σε περιβάλλοντα με σοβαρά οικογενειακά και κοινωνικά προβλήματα. Το κύριο χαρακτηριστικό του γονέα που κακοποιεί το παιδί του είναι ότι και ο ίδιος έχει στερηθεί όταν ήταν παιδί ,τη βασική στοργή και τη βαθιά αίσθηση της γονεικής αγάπης και φροντίδας.

Ποιες αλλαγές συμβαίνουν στο νοητικό τομέα;

Στο νοητικό τομέα οι αλλαγές είναι πραγματικά εντυπωσιακές και η ζωή των παιδιών μετασχηματίζεται εντελώς χάρη στην εκρηκτική ανάπτυξη της ικανότητάς τους να κατανοούν και να χρησιμοποιούν τη γλώσσα μέσα από τις δραστηριότητες της οικογένειας και του περιβάλλοντός τους. Τα παιδιά αποκτούν τα βασικά στοιχεία της γλώσσας χωρίς ειδική βοήθεια από τους ενήλικες αν μεγαλώνουν σε σπίτια με φυσιολογική γλώσσα, όπου η επικοινωνία είναι προσαρμοσμένη στις ακουστικές ικανότητες του παιδιού. Η ανάπτυξη, όμως, όλου του εύρους των γλωσσικών ικανοτήτων απαιτεί τόσο συμμετοχή στην ανθρώπινη δραστηριότητα, όσο και την έκθεση στη γλώσσα ως μέρος αυτής της δραστηριότητας. Η γλώσσα, εκτός του επικοινωνιακού της χαρακτήρα διαδραματίζει και καθοδηγητικό ρόλο στις νοητικές και κινητικές λειτουργίες. Πειράματα έχουν δείξει ότι το νήπιο από το 5ο έτος μπορεί να χρησιμοποιήσει το λόγο ως μέσο υπόμνησης και ως οδηγό στη συμπεριφορά του. Έρευνες έδειξαν ότι τα παιδιά που περνούν τα πρώτα χρόνια της ζωής τους σε περιβάλλον όπου οι παρεχόμενες εμπειρίες και οι ευκαιρίες για μάθηση είναι φτωχές, παρουσιάζουν μια αυξανόμενη μείωση των νοητικών και γλωσσικών τους ικανοτήτων, με σοβαρές επιπτώσεις για τη μετέπειτα σχολική και επαγγελματική τους επίδοση. Το νηπιαγωγείο και ο παιδικός σταθμός μπορούν να λειτουργήσουν ως έγκαιρη και σκόπιμη αντισταθμιστική παρέμβαση.

Το νήπιο με τη βοήθεια λοιπόν της γλώσσας αρχίζει να παράγει εσωτερικά σύμβολα τα οποία αντιπροσωπεύουν τα εξωτερικά αντικείμενα και τις μεταξύ τους σχέσεις. Αρχίζει να μεταπλάθει τον εξωτερικό κόσμο σε εσωτερικό-πνευματικό κόσμο χρησιμοποιώντας σύμβολα, λέξεις και χειρονομίες. Τα αντικείμενα και τα γεγονότα δε χρειάζεται να είναι πια παρόντα για να τα σκεφτούν τα παιδιά αλλά παρόλα αυτά συχνά δεν καταφέρνουν να ξεχωρίσουν τη δική τους άποψη από την άποψη των άλλων, παρασύρονται εύκολα από την επιφάνεια των φαινομένων και συχνά συγχέουν τις σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων. Χαρακτηριστική είναι η σκέψη των παιδιών αυτής της ηλικίας να εστιάζουν στις εμφανείς πτυχές του θέματος που προσπαθούν να σκεφτούν και να επικεντρώνονται σε ένα μόνο χαρακτηριστικό του προβλήματος κάθε φορά και να αγνοούν άλλα σημαντικά. Μία σημαντική εκδήλωση αυτής της μορφής σκέψης είναι ο εγωκεντρισμός ή η θεώρηση του κόσμου αποκλειστικά από την προσωπική σκοπιά του παιδιού. Δυσκολεύονται να λάβουν υπόψη τους τη γνώση του ακροατή, ώστε να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά και προτιμούν να ασχολούνται με συλλογικούς μονολόγους αντί για διαλόγους, όταν βρίσκονται μεταξύ τους. Τα παιδιά αντιλαμβάνονται σχετικά λίγα για τον κόσμο και τον ελέγχουν ακόμα λιγότερο. Έτσι γίνονται θύματα των φόβων τους για τα τέρατα, το σκοτάδι, τα σκυλιά και άλλες φαινομενικές απειλές. Καταπολεμούν τη γνώση ότι είναι μικρά και ανήμπορα με ευχές και μαγικές σκέψεις που μεταμορφώνουν το μικρό αγόρι που φοβάται τα σκυλιά σε μεγάλο, γενναίο, οπλισμένο καουμπόη, που είναι ο κυρίαρχος της γειτονιάς.

Ποιος είναι ο ρόλος της συναισθηματικής ωριμότητας;

Στον τομέα της συναισθηματικής ανάπτυξης παρατηρείται μεγαλύτερη τάση αυτονομίας την οποία το παιδί συχνά χειρίζεται με αδεξιότητα. Το παθητικό και αδύναμο βρέφος έχει γίνει τώρα μία ξεχωριστή ατομικότητα με πείσμα, επιμονή, ανυπακοή, αρνητισμό, ανταγωνιστική διάθεση, άρνηση για κάθε περιποίηση και βοήθεια, ζηλοτυπίες, εκρήξεις θυμού, αδικαιολόγητους φόβους, νυκτερινούς εφιάλτες. Όλες αυτές οι νέες αντιδράσεις προβληματίζουν τους γονείς που είχαν συνηθίσει να απολαμβάνουν την παροχή φροντίδας και περιποιήσεων σε ένα ανήμπορο και καθόλα εξαρτημένο από αυτούς βρέφος. Αυτές οι τάσεις του νηπίου θυμίζουν την κρίση της εφηβικής ηλικίας γι’ αυτό η νηπιακή ηλικία αποκαλείται και πρώτη εφηβεία. Η πλούσια αυτή συναισθηματική συμπεριφορά του νηπίου πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής καθοδήγησης, γιατί, από τη σωστή σχέση και στάση που θα αποκτήσει το άτομο προς τα πρόσωπα και τα πράγματα του περιβάλλοντός του, θα εξαρτηθεί και ο τρόπος που θα χρησιμοποιήσει όλες του τις ικανότητες, ακόμη και τη νοημοσύνη του.

Ποιες είναι οι αναπτυξιακές κρίσεις που πραγματοποιούνται;

Τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά στη διαμόρφωση της προσωπικότητας κατά τη νηπιακή ηλικία είναι οι δύο αναπτυξιακές κρίσεις, στη αρχή της νηπιακής περιόδου η απόκτηση αυτονομίας ή αμφιβολίας (από τον 18ο μήνα ως το 3ο έτος) και στη συνέχεια η απόκτηση πρωτοβουλίας ή ενοχής (από το 3ο ως το 6ο έτος). Αυτονομία αποκτά το άτομο όταν μπορεί ελεύθερα και με ευχαρίστηση το ίδιο να αποφασίσει για τις δραστηριότητές του και το ίδιο να τις εκτελεί. Αμφιβολία και το συναίσθημα της αναξιότητας δημιουργείται στο παιδί όταν νοιώθει ότι δεν είναι ελεύθερο να κάνει τις δικές του επιλογές, όταν πιστεύει ότι κάθε δική του επιλογή οδηγεί σε αποτυχία. Η επίλυση αυτής της κρίσης συμπίπτει χρονικά και είναι συνδεδεμένη με την άσκηση του ελέγχου των σφιγκτήρων. Πρωτοβουλία αποκτά το άτομο όταν στις προσπάθειές του για δημιουργική δράση νοιώθει ελεύθερο για κάθε θέμα να προγραμματίζει, να σχεδιάζει, να συλλαμβάνει ποικίλες ιδέες και να πραγματοποιεί ενέργειες χωρίς να νοιώθει εσωτερική ψυχική ένταση και ενοχή για τις ενέργειές του αυτές. Η επίλυση αυτής της κρίσης συμπίπτει χρονικά και σχετίζεται με την ανάπτυξη της συνείδησης, των εσωτερικευμένων δηλαδή γονεικών απαγορεύσεων. Η συνείδηση διχάζει το παιδί μέσα του, καθιερώνοντας μια εσωτερική φωνή αυτοπαρατήρησης, αυτοκαθοδήγησης και αυτοτιμωρίας. Αν υπάρξει εκ μέρους των γονέων απαίτηση να αποκτήσει το παιδί τους ισχυρό σύστημα εσωτερικών απαγορεύσεων, αρχίζει να δημιουργείται στο παιδί η τάση να νοιώθει ενοχή για ό,τι αποτολμά στη πραγματικότητα ή στη φαντασία του.

Ο ρόλος του φύλου

Το φύλο θεωρείται ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και των διαπροσωπικών σχέσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Κατά το 5ο με 6ο έτος τα παιδιά αρχίζουν πλέον να αντιλαμβάνονται ότι το φύλο παραμένει σταθερό. Καθώς το παιδί μαθαίνει να διαφοροποιεί τα αγόρια από τα κορίτσια αρχίζει να μαθαίνει και τους διάφορους ρόλους και τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με το φύλο του. Μια σειρά μελετών δείχνει ότι οι ενήλικες μπορούν να ασκούν επίδραση στις αναπτυσσόμενες έννοιες των παιδιών για το ρόλο του φύλου και τη συναφή συμπεριφορά. Φαίνεται ότι το τελικό προϊόν της διαφορικής ανάπτυξης του ρόλου του φύλου είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης βιολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Κατά τη νηπιακή ηλικία το παιδί αρχίζει να ανακαλύπτει τα γεννητικά του όργανα με τη μορφή του αυτοερεθισμού ή με την έντονη περιέργεια του παιδιού να δει τα γεννητικά όργανα των άλλων. Στο τέλος αυτής της περιόδου γίνεται η ταύτιση με το γονέα του ίδιου φύλου. Οι γονείς που δείχνουν έντονο άγχος για τη σεξουαλική συμπεριφορά του παιδιού, περιπλέκουν περισσότερο το ζήτημα. Γιατί, με τις έντονες αντιδράσεις, καταδικάζουν το παιδί να συνδέσει αυτά τα μέλη του σώματός του με φόβο, ντροπή, και ενοχή, γεγονός που αργότερα μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες στην όλη ψυχοσεξουαλική συμπεριφορά του ως ενήλικα.

Είναι χρήσιμη η ύπαρξη «φοβιών» κατά τη νηπιακή ηλικία;

Στο σημείο αυτό καλό θα ήταν να γίνει αναφορά στους φόβους που καλούνται να διαχειριστούν τα παιδιά της νηπιακής ηλικίας σαν το τίμημα θα έλεγε κανείς της αναπτυσσόμενης σκέψης τους. Ο φόβος διαφέρει τόσο από το άγχος όσο και από τις φοβίες. Άγχος είναι εκδηλώσεις φόβου στις οποίες η πηγή δεν είναι συγκεκριμένη. Είναι ένα γενικευμένο συναίσθημα φόβου. Φοβίες είναι έντονοι αδικαιολόγητοι φόβοι που αναφέρονται σε ένα ορισμένο είδος ερεθισμάτων (το ύψος, τα μικρόβια, τον κόσμο, το ασανσέρ). Φαίνεται ότι υπάρχει μία γενετική προδιάθεση και ικανότητα να αντιδρούμε στο άγνωστο και στο απροσδόκητο αλλά όχι για ειδικούς φόβους οι οποίοι μελέτες κατέδειξαν ότι αναπτύσσονται είτε μετά από άμεση εμπειρία του παιδιού με το φοβικό ερέθισμα, είτε μετά από παρατήρηση των φοβικών αντιδράσεων που εκδηλώνουν άλλα άτομα στο περιβάλλον του παιδιού είτε μέσω της διαδικασίας μίμησης προτύπων. Στην ώριμη νηπιακή ηλικία οι συνήθεις φόβοι για άγνωστα πρόσωπα, για θορύβους ή συγκεκριμένα αντικείμενα δίνουν τη θέση τους στους φόβους για φανταστικά και ανύπαρκτα πράγματα (υπερφυσικά όντα, μακρινά ζώα, σκοτάδι). Τα παιδιά μπορούν να βοηθηθούν στην αντιμετώπιση των φόβων τους όταν τα ενθαρρύνουμε να μιλάνε γι’ αυτούς, όταν τα εκπαιδεύουμε να αντιμετωπίζουν τα ίδια τα φοβικά ερεθίσματα (π.χ. να ανάβει το φως όταν φοβάται το σκοτάδι ή το μικρό φωτάκι  του δωματίου του), όταν οι γονείς δίνουν την ευκαιρία να γνωρίσει το παιδί το φοβικό ερέθισμα και να εξοικειωθεί μαζί του ενώ συγχρόνως θα νοιώθει απόλυτα ασφαλές, όταν ενημερώνεται το παιδί για κάτι καινούργιο και ασυνήθιστο που πρόκειται να του παρουσιαστεί και όταν ελέγχουν οι ίδιοι οι γονείς τους δικούς τους αδικαιολόγητους φόβους.

Η συνεισφορά της κοινωνικής ανάπτυξης

Στον τομέα της κοινωνικής ανάπτυξης το νήπιο αρχίζει να διευρύνει τον κύκλο των δραστηριοτήτων και επαφών του, να εγκαταλείπει το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον και να εντάσσεται σε ομάδες συνομηλίκων του είτε στη γειτονιά είτε στο νηπιαγωγείο. Η νηπιακή ηλικία είναι η ηλικία του παιχνιδιού, χωρίς τη συνειδητοποίηση καθηκόντων και υποχρεώσεων. Μέσω του παιχνιδιού δίνεται η ευκαιρία στο παιδί να μάθει τα βασικά στοιχεία της κοινωνικής ζωής και να αποκτήσει την ετοιμότητα να ανταποκριθεί, εισερχόμενο στο σχολείο, στις απαιτήσεις της οργανωμένης εργασίας και μάθησης. Έτσι από το μοναχικό παιχνίδι στο οποίο επιδίδονται τα παιδιά της πρώτης νηπιακής ηλικίας, σταδιακά μεταβαίνουν στο συντροφικό και στο συνεργατικό παιχνίδι όπου το παιχνίδι γίνεται πιο οργανωμένο, υπάρχει σαφής κατανομή εργασίας, ανάληψη συγκεκριμένου ρόλου και συντονισμός των ενεργειών των διαφόρων μελών με έντονο το συναίσθημα της συμμετοχής στην ομάδα.

Η προσωπικότητα αλλάζει ανάλογα με τις διευρυμένες επαφές του προσώπου με τους κοινωνικούς θεσμούς και τις πολιτισμικές πρακτικές. Σημαντική πλευρά της κοινωνικής ανάπτυξης στη νηπιακή ηλικία είναι η εμφανιζόμενη ικανότητα των νηπίων να συμπεριφέρονται σωστά, όταν συναλλάσσονται με άλλα παιδιά της ηλικίας τους. Για να γίνουν αποδεκτά ως μέλη της κοινωνικής τους ομάδας, τα παιδιά πρέπει να μάθουν να ελέγχουν το θυμό τους όταν οι στόχοι τους ματαιώνονται και να υποτάσσουν τις προσωπικές τους επιθυμίες στο καλό της ομάδας όταν το απαιτούν οι περιστάσεις. Η μάθηση του ελέγχου της επιθετικότητας και της παροχής βοήθειας στους άλλους είναι δύο από τα βασικότερα θέματα της κοινωνικής ανάπτυξης των μικρών παιδιών.

Γιατί τα παιδιά εκδηλώνουν επιθετική συμπεριφορά;

Τα παιδιά εκδηλώνουν στοιχεία τόσο επιθετικότητας όσο και κοινωνικής συμπεριφοράς σύντομα μετά τη γέννηση. Όπως είναι φυσικό, το παιδί, για να εκφράσει το θυμό του χρησιμοποιεί τα μέσα που του είναι κάθε φορά λειτουργικά. Από τις έντονες ενέργειες αυτοκαταστροφικής κυρίως μορφής του 1ου έτους που ξεφωνίζει, χτυπιέται στο δάπεδο, κρατάει την αναπνοή του, δαγκώνει τα δάκτυλα του. Σύντομα διαπιστώνει ότι μπορεί να στρέψει τις ενέργειές του εναντίον εξωτερικών αντικειμένων και προσώπων και κυρίως αυτών που παρεμβαίνουν και το εμποδίζουν στην εκπλήρωση των σχεδίων του. Έτσι εμφανίζεται η επιθετικότητα. Εκτός της εχθρικής επιθετικότητας που κατευθύνεται  προς πρόσωπα και συνοδεύεται από αρνητικά συναισθήματα υπάρχει και ένα δεύτερο είδος επιθετικότητας, που αποσκοπεί στην απόκτηση ή διατήρηση κάποιου αντικειμένου, στην κυριαρχία περιοχής ή στη εξασφάλιση δικαιώματος. Η μορφή αυτή επιθετικότητας είναι απρόσωπη, η ζημιά που προκαλείται είναι έμμεση και είναι αυτή που συνήθως συναντούμε στη νηπιακή ηλικία.

Οι εξηγήσεις για την ανάπτυξη της επιθετικής συμπεριφοράς επικεντρώνονται σε τρεις παράγοντες: η παρουσία της επιθετικότητας στους εξελικτικούς προγόνους του είδους μας, ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες ανταμείβουν την επιθετική συμπεριφορά και η τάση των παιδιών να μιμούνται τη συμπεριφορά του ρόλου των ενήλικων προτύπων. Σύμφωνα με την ερμηνεία της εξέλιξης η επιθετικότητα είναι μια σημαντική δύναμη στην εξέλιξη των ζώων με στόχο την εξεύρεση πόρων και τη μεταβίβαση των γενετικών χαρακτηριστικών στην επόμενη γενιά. Σύμφωνα με τη δεύτερη εξήγηση οι άνθρωποι μαθαίνουν να συμπεριφέρονται επιθετικά επειδή συχνά ανταμείβονται όταν το κάνουν. Έρευνες κατέληξαν ότι οι γονείς των επιθετικών παιδιών συχνά ενισχύουν την επιθετική συμπεριφορά παρέχοντας θετική ενίσχυση όταν δίνουν περισσότερη προσοχή, γελώντας ή εκφράζοντας επιδοκιμασία όταν τα παιδιά τους είναι επιθετικά. Σε άλλες περιπτώσεις  τα παιδιά πετυχαίνουν να κάνουν τους γονείς τους να σταματήσουν να τα εξαναγκάζουν να καταφέρουν κάτι, με το να γίνονται τα ίδια περισσότερο πιεστικά. Σε πιεστικές οικογένειες η επιθετική συμπεριφορά λειτουργεί γιατί δίνει στο παιδί τη δυνατότητα να επιζήσει σε τιμωρητικές κοινωνικές συνθήκες. Η τρίτη εξήγηση εκθέτει την άποψη ότι οι γονείς τιμωρώντας τα παιδιά τους, μπορεί άθελά τους να τα διδάσκουν πώς να συμπεριφέρονται επιθετικά. Όταν τα παιδιά είναι αρκετά μεγάλα, ώστε να καταλάβουν ότι είναι δυνατόν να περάσει το δικό τους πληγώνοντας άλλους, μαθαίνουν από τους ενήλικες όχι μόνο συγκεκριμένους τύπους επιθετικότητας αλλά και τη γενική ιδέα ότι η επιθετική πράξη μπορεί να είναι αποδεκτή.

Γιατί τα παιδιά γίνονται συχνά «χειριστικά»;

Από νωρίς τα παιδιά διαθέτουν ένα ρεπερτόριο από εξαναγκαστικές συμπεριφορές που χρησιμοποιούν για να επηρεάσουν τους γονείς τους. Μερικές φορές η προσπάθεια για επιρροή μετατρέπεται σε απόλυτο χειρισμό των άλλων και σε αντιπαράθεση. Συνήθως υπάρχει μια σταθερή μείωση στη συχνότητα αυτών των συμπεριφορών από ένα μέγιστο σημείο γύρω στην ηλικία των δύο ετών προς μετριότερα επίπεδα κατά την ηλικία εισόδου του παιδιού στο σχολείο. Όσο οι γονείς δέχονται την έκφραση τέτοιων συμπεριφορών είναι πολύ πιθανό να μετατρέπονται τα παιδιά σε αξιαγάπητους τυράννους στα μάτια του μπαμπά και της μαμάς ενώ κατά την άποψη των άλλων να πρόκειται για κακομαθημένα παλιόπαιδα. Αν η τακτική αυτή δεν αναχαιτιστεί από τις εμπειρίες της ζωής, το παιδί ίσως συνεχίζει να παίζει το ρόλο αυτό και στην ενήλικη ζωή με την ενθάρρυνση των γονέων που ανταποκρίνονται στη συμπεριφορά του. Μια τέτοια συνεχής μωρουδίστικη συμπεριφορά ίσως δημιουργήσει στο παιδί την ψευδαίσθηση της μόνιμης παντοδυναμίας.

Επιθετικότητα και διαφορές φύλου

Η επιθετική συμπεριφορά αγοριών και κοριτσιών συχνά διαφέρει. Ενώ τα αγόρια έχουν την τάση να χρησιμοποιούν συντελεστική επιθετικότητα για να προκαλέσουν σωματικό πόνο, τα κορίτσια συχνά χρησιμοποιούν επιθετικότητα σχέσεων για να προκαλέσουν ψυχολογικό πόνο. Οι γονείς των οποίων τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να γίνουν επιθετικά είναι όσοι είτε χρησιμοποιούν οι ίδιοι αυστηρές ποινές και είναι οι ίδιοι επιθετικοί, είτε δείχνουν μεγάλη ανοχή στην επιθετικότητα του παιδιού και το αφήνουν ελεύθερο να εκδηλώνει τις επιθετικές του ενέργειες. Μία στρατηγική για να μειωθεί η επιθετικότητα είναι να αγνοείται και να δίνεται προσοχή στα παιδιά μόνο όταν συμπεριφέρονται με συνεργατικότητα .Ένας τρόπος για να εφαρμόσουν οι ενήλικες αυτή τη στρατηγική είναι να παρεμβαίνουν στη φιλονικία των παιδιών, δίνοντας προσοχή μόνο στο θύμα και αγνοώντας τον επιτιθέμενο. Ο ενήλικας μπορεί να καθησυχάσει το αδικημένο παιδί, να του δώσει κάτι ενδιαφέρον να κάνει ή να προτείνει μη επιθετικούς τρόπους με τους οποίους το παιδί θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μελλοντικές επιθέσεις. Θα μπορούσε να πει για παράδειγμα «όχι ξύλο» ή «τώρα παίζω με αυτό». Ένας άλλος τρόπος ελέγχου της επιθετικότητας είναι η χρήση της λογικής, όσο δύσκολο μπορεί να ακούγεται αυτό σε επικοινωνία με πεντάχρονα, ενημερώνοντας τα για τα συναισθήματα εκείνων ενάντια στους οποίους επιτέθηκαν καλλιεργώντας με αυτό τον τρόπο την ενσυναίσθηση δηλαδή την ικανότητα να αισθάνεται πως ακριβώς νοιώθει ο άλλος.

Ποιο ρόλο εκπληρώνει η θέσπιση ορίων;

Η οικογένεια αποτελεί τεράστια μορφοποιό δύναμη για την ανάπτυξη του παιδιού με δύο τρόπους, διαμορφώνοντας τη συμπεριφορά του μέσα στην οικογένεια και επιλέγοντας άλλα πλαίσια στα οποία θα βρεθεί το παιδί. Σε όλο τον κόσμο οι γονείς προσπαθούν με τις πρακτικές τους να εξασφαλίσουν τη σωματική υγεία και ακεραιότητα των παιδιών, να τους δώσουν εφόδια και προσόντα που απαιτούνται για οικονομική τους αυτάρκεια και να τους βοηθήσουν να αποκτήσουν τις πολιτισμικές αξίες της ομάδας. Η σχέση ανάμεσα στη συμπεριφορά των γονέων και αυτή του παιδιού δεν είναι μονόδρομη αλλά κυρίως σχέση αλληλεπίδρασης. Το παιδί δεν βρίσκεται στο έλεος των επιδράσεων των γονέων του, αλλά με τα χαρακτηριστικά του επιδρά στη συμπεριφορά των γονέων και τη διαμορφώνει.

Οι ιδανικοί γονείς είναι οι γονείς που συνδυάζουν συγχρόνως τα εξής τρία χαρακτηριστικά στη συμπεριφορά τους: α) είναι έκδηλα στοργικοί. β) ενθαρρύνουν την αυτονομία και αυτάρκεια του παιδιού και γ) απαιτούν από το παιδί τους υπεύθυνη και ώριμη συμπεριφορά. Η συνύπαρξη των τριών αυτών χαρακτηριστικών στη συμπεριφορά των γονέων εξασφαλίζει ευνοϊκές προϋποθέσεις για μια εύρωστη ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Η ανάπτυξη μιας υγιούς προσωπικότητας και η δημιουργία ικανοποιητικών κοινωνικών σχέσεων είναι αποτέλεσμα της ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη του παιδιού να απαιτεί από τους άλλους και στην ικανότητά του να αναγνωρίζει όσα απαιτούν οι άλλοι από αυτό. Ο συνδυασμός της θέσπισης ορίων και της θερμής ενθαρρυντικής στάσης που εκφράζει αποδοχή από την πλευρά των γονέων χαρακτηρίζει το λεγόμενο «δημοκρατικό γονέα» ή «γονέα με κύρος».

Τα παιδιά των οποίων οι γονείς θέτουν σταθερά όρια μεγαλώνουν αναπτύσσοντας μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση σε σύγκριση με τα παιδιά που τους επιτρέπεται να συμπεριφέρονται όπως τους αρέσει, και ιδιαίτερα με επιθετικότητα. Είναι σημαντικό ωστόσο να προσφέρεται ελευθερία επιλογών ανάλογη του εξελικτικού τους σταδίου. Αν βεβαιωθείτε ότι το παιδί σας μέσα σε ασφαλή πλαίσια είναι σε θέση να βιώσει τις συνέπειες των πράξεων του, τότε έχετε στη διάθεσή σας ένα αποτελεσματικό τρόπο τροποποίησης της συμπεριφοράς του. Δυστυχώς οι γονείς από την πλευρά τους δεν αφήνουν συχνά τα παιδιά τους να βιώσουν τις συνέπειες της κακής συμπεριφοράς τους. Σε αντίθεση με το δικό τους συμφέρον και αυτό του παιδιού, οι γονείς παρεμβαίνουν για να για να προστατεύσουν το βλαστάρι τους από την πραγματικότητα επιτρέποντας στο παιδί να κάνει τα ίδια λάθη ξανά και ξανά.

Εδώ χρειάζεται αρκετή σκέψη. Ως ποιο σημείο θα πρέπει να παρεμβαίνετε και να επεμβαίνετε για να προστατεύσετε το παιδί σας από τους αναπόφευκτους κινδύνους και τις ατυχίες της ζωής; Ως ποιο σημείο επιτρέπετε στο παιδί σας να μαθαίνει βιωματικά, με τον σκληρό τρόπο. Μία παροιμία μας δείχνει πολύ παραστατικά την επίδραση της εκπαίδευσης στην ανθρώπινη λειτουργικότητα: «Δώσε σε έναν άνθρωπο ένα ψάρι και τον χορταίνεις για μία μέρα. Μάθε τον όμως να ψαρεύει και τον χορταίνεις για μία ολόκληρη ζωή».

Είναι χρήσιμα τα «λάθη» για τους γονείς;

Τα προβλήματα ανατροφής είναι συνηθισμένα και μέσα σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα σφάλματα. Τρία μόνο ισχυρά πλήγματα στην ανατροφή είναι ικανά να αφήσουν τα ίχνη τους, και των οποίων οι συνέπειες βιώνονται σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου. Αυτά είναι: η σωματική κακοποίηση, το ψυχικό κενό που προκύπτει από την απουσία συναισθηματικής προσέγγισης και η σεξουαλική κακοποίηση. Η διαδικασία της ανατροφής έχει να κάνει με τριβές, με διαμάχες αλλά και με αρμονική συνύπαρξη, με συμφωνίες και αντιπαραθέσεις. Χρειάζεται μάλλον κοινή δράση και προσπάθεια. Όποιοι γονείς προσπαθήσουν να μη διαπράξουν λάθη κατά την ανατροφή των παιδιών, θα δυσκολευτούν, καθώς θα αναλωθούν στην προσπάθεια να τα αποφύγουν. Όποιοι γονείς επιδιώκουν το αλάθητο, αναπόφευκτα συγχέουν τη σχέση ανατροφής με την ανάγκη τους για υψηλή απόδοση. Η πίεση που νοιώθουν συνήθως για να αποφύγουν τις ενδεχόμενες αστοχίες και να τα κάνουν όλα σωστά, οδηγεί τις σχέσεις τους με τα παιδιά σε συναισθηματική αποστείρωση και ψυχρότητα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *